Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

Ο παραδοσιακός οικισμός Άγιος Προκόπιος βρίσκεται στο κέντρο του νησιού της Κέρκυρας σε υψόμετρο 135 μέτρων περίπου. Απαρτίζεται από τέσσερις γειτονιές, ενωμένες μεταξύ τους: Καρδάτικα, Λιγνάτικα (Φατουμάτικα), Μαμαλάτικα, Κάτω Γειτονιά.

Διοίκηση
Στις ιστορικές πηγές πρωτοσυναντάται το 1381 η βαρωνία ή φέουδο Psorarci, ενώ από το 1497 εμφανίζεται ως «χωρίον των Ψωραραίων».
Με το σχηματισμό των πρώτων Δήμων (1866) αποτέλεσε ομώνυμο οικισμό του Δήμου Αστυγειτόνων, που αργότερα (1869) συγχωνεύθηκε στο Δήμο Μεσοχωριτών. Με τη διάλυση των Δήμων (1912) και τη δημιουργία των Κοινοτήτων, αποτέλεσε μαζί με τους Καστελλάνους Μέσης μία Κοινότητα, ενώ με βασιλικό διάταγμα της 5ης Μαρτίου 1919 ιδρύθηκε η Κοινότητα Ψωραρών, που το 1936 μετονομάσθηκε σε Κοινότητα Αγίου Προκοπίου. Από το 1995 αποτελεί ομώνυμο οικισμό του Δήμου Αχιλλείων.
Η τοπική διοίκηση ασκούνταν από κατοίκους του χωριού, που αποκαλούνταν γέροντες ή προεστοί.

Έθιμα
Όπως όλα τα χωριά της Κέρκυρας, και ειδικά της περιοχής της Μέσης, τηρεί τα πατροπαράδοτα έθιμα μέχρι σήμερα. Πέρα από τις θρησκευτικές εκδηλώσεις της Μεγάλης Εβδομάδας, τη δεύτερη ημέρα της διακαινήσιμου εβδομάδας (Νια Δευτέρα) λιτανεύεται η αμφιπρόσωπη εικόνα της Παναγίας (Madre della Consolazione) και της Αναστάσεως του Κυρίου. Η λιτάνευση αυτή μαρτυρείται ήδη από το 1671.
Την Κυριακή των Αγίων Πάντων γίνεται πανηγύρι δίπλα στον φερώνυμο Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος και των Αγίων Πάντων. Λίγες εβδομάδες αργότερα πραγματοποιείται ένα από τα παλαιότερα και πλέον ονομαστά πανηγύρια του νησιού, προς τιμήν της εορτής του Αγίου Προκοπίου (8 Ιουλίου).

Σύλλογοι
Κατά καιρούς λειτούργησαν στο χωριό διάφορα σωματεία με πολιτιστικό ή αγροτικό χαρακτήρα (Ωδικός Σύλλογος από το 1925, Λαϊκή Τράπεζα από το 1926, Σύλλογος Αγροτοπαίδων από το 1950, κ.ά.). Σήμερα, στους κόλπους του Πολιτιστικού Συλλόγου (1980) λειτουργεί μικτή χορωδία και φωτογραφική ομάδα, ενώ κατά καιρούς διοργανώνονται ποικίλες εκδηλώσεις (θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις, συναυλίες, εκθέσεις, κ.ά.) από μέλη του Συλλόγου ή από φιλοξενούμενα συγκροτήματα.

Αρχιτεκτονική
Το χωριό έχει κηρυχθεί παραδοσιακός οικισμός από το 1978. Οικιστικά, αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της ντόπιας αρχιτεκτονικής, καθώς απαρτίζεται από οικιστικά σύνολα (γειτονιές), που φέρουν αμιγή παραδοσιακά στοιχεία. Για αρκετές κατοικίες, που διατηρούνται μέχρι σήμερα, σώζονται μαρτυρίες ήδη από το 17ο αι..

Οι ναοί
• Από τα παλαιότερα κτίσματα είναι ο ναός του Αγίου Βασιλείου, ο οποίος υπήρχε ήδη στις αρχές του 16ου αι. (1511). Οι αγιογραφίες είναι δείγματα της εγχώριας λαϊκής παραγωγής.
• Ο ναός του Αγίου Προκοπίου μνημονεύεται στις πηγές ήδη από τις αρχές του 16ου αι . Περί τα τέλη του 19ου αι. καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά. Στα θεμέλια του μικρού αυτού ναού κτίστηκε μεγαλύτερος ναός και ανηγέρθη πυργωτό κωδωνοστάσιο, του οποίου οι εργασίες περατώθηκαν το 1937.
• Ο ναός της Αγίας και Ζωαρχικής Τριάδος εγκαινιάστηκε το έτος 1745. Φέρει αντιπροσωπευτικά δείγματα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής των ναών του νησιού. Το τέμπλο -από πέτρα και γύψο- διατρέχεται από την «άμπελο» και κοσμείται από αγιογραφίες ονομαστών αγιογράφων της εποχής τους, όπως του ιερέα Θεοδώρου Αγγελάτου και του ιερομόναχου Δανιήλ Κόκλα. Πέρα από τις φορητές εικόνες σώζονται τοιχογραφίες των μέσων του 18ου αι. (δεξιά μονή Αγίας Τριάδας, ποδιές δεσποτικών).

Φυσικό περιβάλλον
Ο οικισμός περιστοιχίζεται από τον ‘κερκυραϊκό ελαιώνα’. Υπεραιωνόβιες ελιές και κυπαρισσώνες βρίσκονται δίπλα στα σπίτια. Σημαντικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος του χωριού είναι η ελιά τ’ Άη Προκοπιού, που είναι μάλλον η γηραιότερη και μεγαλύτερη σε μέγεθος ελιά του νησιού (περιφέρεια κορμού 19 μέτρα). Η ελιά αυτή βρίσκεται νοτιοανατολικά του λόφου του Αγίου Προκοπίου, μέσα στο χωριό.



Εξέλιξη πληθυσμού

Έτος απογραφής Κάτοικοι
1940 497
1951 424
1961 413
1971 338
1981 260
1991 388
2001 380

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

"ΤΟ ΧΩΡΙΟΝ ΤΩΝ ΨΩΡΑΡΑΙΩΝ"


Η παλαιότερη αναφορά στο "χωρίον των Ψωραραίων" ( Ψωραροί ) γίνεται σε συμβόλαιο που συνάπτεται στις 10 Αυγούστου του 1497 ανάμεσα στα αδέλφια Νικόλαο και Αντώνιο Καρύδη, τους επονομαζόμενους Άγγελους.
Ωστόσο, το 1471 η Βενετία απονέμει τμήμα της "baroniam Psorarce" στη Λουδοβίκα, χήρα του Ιερώνυμου Μπραγκαντίνο(Bragadin). Η βαρωνία αυτή είχε απονεμηθεί σε άγνωστο χρόνο στον παππού της Λουδοβίκας, Colla de Gottis (+1437), του οποίου μοναδική κληρονόμος ήταν η κόρη του Ντιάνα, μητέρα της Λουδοβίκας και σύζυγος του βενετού Stefano Capello. Από διάφορες πηγές πληροφορούμαστε ότι οι γαίες της βαρωνίας εκτείνονταν γύρω και από τα γειτονικά χωριά των Καστελλάνων και των Κουραμάδων. Η παλαιότερη ωστόσο μαρτυρία για την ύπαρξη του φέουδου ή μπαρωνίας Psorarci γίνεται σε έγγραφο του έτους 1381, όπου αναφέρεται ο "papa Nicolaus Cacarida protoferus et baiulus Psorarci de baiulatione de Medio".
Η ύπαρξη βαρωνικών αναγραφών και τοπωνυμίων, επιβεβαιώνουν την παρουσία των οικογενειών που κληρονόμησαν τη βαρωνία αυτή.
Το χαρακτηριστικότερο τοπωνύμιο είναι "τα Μπαρνουκά" (= τα βαρωνικά κτήματα - 1552) δίπλα στο ναό του αγίου Προκοπίου. Εκεί κοντά βρισκόταν και το αμπέλι του Μπρεγαδή (Bragadin - 1512). Λίγο παρακάτω συναντάμε τα τοπωνύμια "στου Καπέλα" (Capello - 1512) και "στη Ντάρδεση" (Ioanis Dardesi - 1571). Το 1588 ο ελαιόκαρπος κτημάτων στις περιοχές "Κόντράκια", "Άη-Γιωργιού", "Γονές", "Γρίλη" ήταν δεσμευμένος να αλεστεί στο λουτρουβιό του Μπρεγαδή (Bragadin) που βρίσκονταν στο χωριό.

Το όνομα των φέουδων ή μπαρωνιών της Κέρκυρας συνήθως μαρτυρεί τον παλαιότερο κάτοχό τους. Αν λοιπόν θεωρήσουμε πως το όνομα κάποιου ανθρώπου συνδέεται με το χωριό, αυτό πρέπει να το αναζητήσουμε στο όνομα Psorarci. Δεν γνωρίζουμε τίποτε για το πρόσωπο αυτό, παρά μόνον την ελληνικότητα της καταγωγής του. Το σύμπλεγμα Ps αντιστοιχεί στο ελληνικό γράμμα Ψ, το οποίο χρησιμοποιείται και ως αρκτικό για τα κύρια ονόματα. Τούτο όμως, δεν συμβαίνει και με τα αλφάβητα των λατινογενών γλωσσών, όπου τέτοιο γράμμα δεν υπάρχει και κατά συνέπεια δεν ξεκινά κάποιο κύριο όνομα. Η καταγωγή του μαρτυρεί ταυτόχρονα και το χρόνο απόκτησης των δικαιωμάτων. Γνωρίζουμε ότι οι Φράγκοι κυρίαρχοι του νησιού (Ανδηγαυοί, Βενεοί) απέσπασαν τις ήδη υπάρχουσες πρόνοιες (βαρωνίες) από τους Έλληνες και τα απένειμαν σε Φράγκους. Συνεπώς, ο Psorarci μπορούσε να είχε αποκτήσει κάποια πρόνοια είτε πριν τη έλευση των Φράγκων στο νησί (1204), είτε από τους Έλληνες Δεσπότες της Ηπείρου (μεταξύ 1214-1267). Οι τελευταίοι γνωρίζουμε ότι απένειμαν διάφορα προνόμια στους Έλληνες του νησιού, μεταξύ των οποίων στους 33 ιερείς της εξοχής. Σ' αυτούς συγκαταλέγονται οι Κωνσταντίνος Καρύδης, Νικόλαος, Μιχαήλ, Κωνσταντίνος και Ανδριανός Μάμαλος, καθώς και ο κληρονόμος αυτών Γεώργιος Λιγνός. Τα επώνυμα αυτά απαντούν σε μεγάλο πληθυσμό στο χωριό, όπου από το 16ο αι. μαρτυρείται η ύπαρξη των σχετικών γειτονιών: "Καρ(υ)δάτικα" και "Μαμαλάτικα" και ανάμεσά τους "Λιγνάτικα" (Φατουμάτικα). Χαρακτηριστικό δε, είναι ότι οι δύο αδελφοί Αντώνιος και Νικόλαος Καρύδης, που απαντώνται στο έγγραφο του 1497 φέρουν το προσωνύμιο "Άγγελοι", το προσωνύμιο της δυναστείας των Αγγέλων-Κομνηνών, Δεσποτών της Ηπείρου, που απένειμαν τα παραπάνω προνόμια.

Αποσπάσματα από την ιστορική έρευνα του Δημ. Ε-Γ Καρύδη, "το χωρίον των Ψωραραίων"

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ


Στις 12 Μαΐου 1745 είκοσι οκτώ αρχηγοί των οικογενειών του χωριού, που τότε αριθμούσε περί τους 150 κατοίκους, συμφωνούν να ανεγείρουν εκ θεμελίων έναν ναό αφιερωμένο στην Αγία και Ζωαρχική Τριάδα. Πρωτεργάτης στην προσπάθεια αυτή αναδείχθηκε ο ιερέας Χριστόδουλος Καρύδης, που πρόσφερε εκτός από τον τόπο ανέγερσης του ναού (στη θέση Κάτω Αυλή) και όλα τα απαραίτητα λειτουργικά βιβλία και ιερά σκεύη.
Στις 17 Αυγούστου 1745 ο παπα-Χριστόδουλος "...διά όλους της κοινότητος του χωρίου Ψωραραίων..." προσάγει τη σχετική αίτηση στο Μέγα Πρωτοπαπά Κέρκυρας Ιωάννη Βούλγαρη, ο οποίος αυθημερόν δίνει την άδεια της ανεγέρσεως του ναού και την εντολή στον παπα-Χριστόδουλο "...ίνα κατά την του ευχολογίου ερμηνεία ορίξης λίθον και βαλθή θεμέλιον εις τον τόπον όπού μέλλει να εγείρη εκ βόθρου ναόν εις επονομασίαν της Ζωαρχικής Τριάδος εις το χωρίον Ψωραραίων...". Πέρασαν πέντε χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί ο ναός (15 Ιουλίου 1750).
Ο ναός ανήκει στον τύπο της μονόκλιτης ξυλοστεγούς βασιλικής και το μονόπυργο καμπαναριό είναι ενσωματωμένο στον κυρίως ναό. Το κτιστό τέμπλο είναι σύγχρονο της εκκλησίας και αποτελείται από τρία διαζώματα (δεσποτικά - απόστολοι - τρίμορφο). Στα τέλη του 18ου αι. προστέθηκαν δύο ξύλινοι πίνακες δίπλα στο τρίμορφο με παραστάσεις από το θείο πάθος. Η παλαιά ουρανία του ναού αντικαταστάθηκε από νέα (1910) και μεταφέρθηκε στο μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής Κυνοπιαστών. Δύο από τους γνωστούς αγιογράφους της εποχής τους, ο ιερέας Θεόδωρος Αγγελάτος (1791) και ο ιερομόναχος Δανιήλ Κόκλας (1818) φιλοτέχνησαν ο μεν πρώτος τα δεσποτικά και τις εικόνες της κοιμήσεως του αγίου Ονουφρίου και της αναστάσεως του Λαζάρου, ο δε δεύτερος το φλάμπουρο της εκκλησίας, που έχει τοποθετηθεί εδώ και πολλά χρόνια στην ουρανία του ναού του Αγίου Βασιλείου.
Απ' όταν θεμελιώθηκε η εκκλησία ευτύχησε να εφημερεύεται από ιερείς καταγόμενους από το χωριό. Με τη συνδρομή των κατοίκων του χωριού ο ναός ευπρεπείζεται συνεχώς. Πριν από μία 10ετία περίπου, κατά τις εργασιες ανακαίνισης, αποκαλύφθηκε παλιά τοιχογραφία, που εικονίζει την Αγία Τριάδα πίσω από την εφέστια εκόνα.
Η οικοδόμηση του ναού της Αγίας Τριάδας αποτέλεσε την πρώτη συλλογική προσπάθεια "της κοινότητος του χωρίου Ψωραρών", που για πρώτη φορά εμφανίζεται ως οργανική οντότητα.

Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ



Η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία για το ναό μας μεταφέρει στις 7 Ιουνίου 1511, όπου οι τότε ιδιοκτήτες, Αικατερίνη Καναλιάταινα, παπα καλο Ιωάννης Μίξης και Αντώνιος Καβάς, παραχωρούν τους ναούς των Αγίου Προκοπίου και Αγίου Βασιλείου στον ιερέα Αθανάσιο Μωραΐτη από το χωριό της Καμάρας. Οι μεταξύ των ιδιοκτητών συγγενικές σχέσεις και η συνιδιοκτησία τους και σε άλλους ναούς της περιοχής (Άγ. Νικόλαος στο Βιρό, Αγ. Ιωάννης στην Καμάρα) αφήνουν περιθώρια να εικάσουμε ότι οι δύο ναοί ανήκαν πριν το 15ο αι. στον Βασίλειο Μίξη.
Άγνωστο πότε και πώς, οι δύο εκκλησίες περιέρχονται στην οικογένεια Σκιαδόπουλου. Επιγραφή στον παλαιό ναό του Αγίου Προκοπίου μιλούν για ανακαίνιση το 1521 ή το 1591 από τους Βασίλειο και ιερέα Χριστόδουλο Σκιαδόπουλο. Πάντως, το 1589 οι δύο ναοί λειτουργούνται από τον παπα Ιωάννη Καλούλη από το γειτονικό χωριό των Κυνοπιαστών.
Το 1683 κηρύσσεται αφορισμός από το Μέγα Πρωτοπαππά Κέρκυρας για τον εντοπισμό των περιουσιακών στοιχείων. Με διαθήκη του (1725) ο Βασίλης Σκιαδόπουλος κληροδοτεί τους δύο ναούς στο γιο του ιερέα Χριστόδουλο Σκιαδόπουλο, ο οποίος απεβίωσε το 1754 σε ηλικία 94 ετών. Έκτοτε, η ιδιοκτησία των ναών περιήλθε στους κληρονόμους του, άλλοι εκ των οποίων κατοικούσαν στο χωριό των Ψωραραίων (παλιά ονομασία του χωριού Αγ. Προκόπιος), άλλοι στο χωριό των Βαρυπατάδων. Λίγα χρόνια αργότερα φαίνεται πως ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στους δύο κλάδους της οικογένειας, που κατέληξαν στον εμπρησμό (1883) του ναού.
Μετά την καταστροφή του ναού ο Παύλος Σκιαδόπουλος μαζί με τον εφημέριο του ναού, αλλά και όλους τους χωριανούς, αγωνίσθηκαν για την ανοικοδόμηση της εκκλησίας. Το 1910 ξεκινούν οι εργασίες για την κατασκευή πυργωτού κωδωνοστασίου, που ολοκληρώνονται το 1918-19. Δέκα χρόνια αργότερα εκδίδεται δικαστική απόφαση, με την οποία περιέρχεται ο ναός στην ενορία του χωριού. Το 1931 ξεκινά η αρχιτεκτονική μελέτη από τον αρχιτ. $Σπυρίδωνα Τηλιγάδη για την ανέγερση νέου μεγαλύτερου ναού στη θέση του παλαιού. Την ίδια χρονιά δωρίζεται τμήμα της κνήμης του Αγίου. Οι εργασίες συνεχίζονται πυρετωδώς και σ' αυτές μετέχουν με προσφορά εργασίες (τζουρνάδες), χρημάτων ή είδος (π.χ. πέτρα από τη γειτονική ιδιοκτησία Φραγκίσκου Καρύδη) όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Το ίδιο χωριό μετονομάζεται το 1936 σε Άγιο Προκόπιο.
Σύμβολο ομόνοιας και απτή απόδειξη της αγαστής συνεργασίας των κατοίκων του χωριού αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία του, δίνοντας σ' αυτό ακόμη και το όνομά του.